Το πέταγμα
Να πετάξουμε μαζί
Σ' έπιασα ξαφνικά να με κοιτάς
μ’ ένα αόριστο χαμόγελο στα χείλη.
Σε ρώτησα τι σκέφτεσαι κι εσύ
επέβαλες σιωπή με μια σου κίνηση.
Τίποτα τώρα δε σαλεύει.
Έπαψε να γαβγίζει το σκυλί,
Σώπασαν οι φωνές στο πάρκο.
Ούτε πουλιά ούτε αέρας
ούτε το αδέκαστο ρολόι στον τοίχο.
Σε ξαναρώτησα χωρίς φωνή τι σκέφτεσαι.
“Έλεγα να σε βγάλω στο μπαλκόνι
και να πετάξουμε μαζί
πότε σαν αστραπές και πότε αργά
ξαπλώνοντας ανάσκελα στα ρεύματα
πάνω απ' τα σπίτια τα χλωμά,
τους δρόμους που βουβάθηκαν,
τη θάλασσα που ησύχασε
και τους περίεργους και ζηλιάρηδες ανθρώπους,
που όπως η αλεπού με τα σταφύλια,
δείχνοντας με το δάχτυλο θα έλεγαν:
Για κοίτα δυο τρελούς στον ουρανό!
Μα δε φοβούνται μήπως πέσουν στο κενό;”
Περίπου το 2000 γραμμένο, περιλαμβάνεται στο πρώτο μου βιβλίο "Ένα μικρό πέρασμα", εκδ. Οσελότος
Κόνδορας
Στων παγωμένων βράχων τα βουβά,
τα ανοιγμένα στόματα με την πνιγμένη ανάσα,
ένας αέρας σφυριχτός να με πλανέψει
γυρεύει με το χάδι του από χρόνια.
Κι εγώ αφήνομαι - άλλωστε, γιατί όχι;
Τον τελευταίο καιρό νοστάλγησα μια αγκαλιά,
να της δοθώ παράφορα με δίχως νόημα κανένα.
Έτσι κι αλλιώς από αγκαλιές
καταστροφής γνώριζα ήδη.
Και ξύνω με τις άκρες των ποδιών μου
τις άκρες που νυχοπατώ,
σαν να ζητώ να τις μικρύνω κι άλλο,
να μη χωρούν άλλο την παρουσία μου.
Μια σκέψη έχει φωλιάσει σαν τον κόνδορα
παραμονεύοντας στα μπερδεμένα μου μαλλιά
και με λυμαίνεται.
Το ελεύθερο το πέσιμο πως μοιάζει
πάρα πολύ κι αυτό με πέταγμα,
τουλάχιστον το λίγο που κρατάει.
Θησαυρός
Κάτσε στην τσιμεντένια άκρη εκεί
και απασφάλισε τη θήκη σου.
Βγάλε από μέσα της τον θησαυρό σου,
πιστό σου σύντροφο σε όλα τα ταξίδια,
και παίξε για το ηλιοβασίλεμα,
που μόλις σου χαρίστηκε,
πλάι στης θάλασσας την αύρα που σκοτείνιασε,
τα μυστικά της κρύβοντας βαθύτερα.
Και όπως το δοξάρι σου θα κάνει έρωτα με τις χορδές
κι εσένα θα σε πίνουν λίγο λίγο του δειλινού οι σκιές,
θα δεις, εκατοντάδες θα 'ρθουνε οι γλάροι,
ν' ακούσουνε τον έρωτα, να πιουν απ' τη σκιά σου
και μεθυσμένοι, αφού φτεροκοπήσουν μέχρι τον ορίζοντα,
ξανά σε σένα θα γυρίσουν.
Και με κρωξίματα ευγνώμονα
θα χώσουνε τα νύχια τους στα ρούχα σου,
να σε σηκώσουνε ψηλά
πάνω απ' τη θάλασσα, πάνω απ' τα σύννεφα,
πάνω απ' τον ήλιο που έχει δύσει εδώ και ώρα.
Είμαστε άνθρωποι.
Κρύβουμε θησαυρούς και θάβουμε βαθιά
τα πιο φρικτά μας μυστικά.
Είμαστε άνθρωποι.
Κάποτε, με της τέχνης τα φτερά - δεν είναι όνειρο -
πετάμε κι αγαπάμε αληθινά.
Περιλαμβάνονται στο δεύτερο βιβλίο μου "Είναι στη φύση μας", Οσελότος
Παραλία Θεσσαλονίκης, 2014, προσωπικό αρχείο
Δανδελίων
Λευκά αλεξίπτωτα
κι εγώ ένα απ' αυτά.
Ανάλαφρα αναλύομαι
σε μικροσκοπικά βαμβάκια.
Δεν είμαι τίποτα
ούτε υπήρξα κάτι το σπουδαίο.
Το μόνο που θα ήθελα,
να ταξιδεύω πάνω από νερά
με το γλυκό ανασήκωμα
ενός ευσπλαχνικού ανέμου
και οι χίλιοι μου εαυτοί
άλλες ζωές που δε θυμάμαι πια.
Πάρος, 2013, προσωπικό αρχείο


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου