Πλάνη οικτρή, πλάνη γλυκιά
Μερικά ποιήματα για το πώς οι άνθρωποι τείνουν να ξεγελιούνται από πλαστές εικόνες της πραγματικότητας, να αγκιστρώνονται σε αυτές με τη θέλησή τους και, όταν πια είναι αδύνατο να συνεχίσουν να ζουν στην πλάνη, να καταβαραθρώνονται από την απώλειά της.
Το πρώτο υπάρχει στη συλλογή "Ένα μικρό πέρασμα", εκδ. Οσελότος. Το δεύτερο είναι ένα σονέτο που συνομιλεί με το σονέτο του Κ. Καρυωτάκη "Είμαστε κάτι", αλλά με θέμα τους ίδιους τους ποιητές - μικρού κυρίως βεληνεκούς... Το τρίτο και το τέταρτο μιλούν για τη ροπή του ανθρώπου προς την πλάνη και τα όμορφα ψέματα - παγίδες, απ' τα οποία δύσκολα ξεφεύγουμε ακόμα κι αν μας αποκαλύπτονται, και την άσχημη γεύση που αφήνει φυσικά αυτή η αποκάλυψη.
Η πτώση
Είχα ένα σπίτι στα σύννεφα
Κυλούσαν οι μέρες μου ήρεμα
Και χόρευα πάνω στα χιόνια
Μαζί με χαμένα μπαλόνια.
Μια μέρα καπνοί, φασαρία πολλή,
Έσκυψα μπρος για να δω
Κι έπεσα! Έπεσα κάτω!
Βυθίστηκα μες στο νερό
Κι έφτασα μέχρι τον πάτο.
Πέρασε κάποτε ο πόνος
Αργά τον κατάπιε ο χρόνος.
Πέσαν κι εκείνου οι λίθοι
Τους σκέπασε η σκόνη κι η λήθη
Πέταξε αλλού το σπουργίτι μου
Στα σύννεφα είχα το σπίτι μου.
Έρμαια της ποιήσεως
“Είμαστε κάτι…” - Κ. Καρυωτάκης
Άοσμοι, άχρωμοι, αόρατοι
περιφερόμαστε μες στις σελίδες
φιλόδοξων και αδιάφορων
περιοδικών και ανθολογιών.
Έρμαια ματαιοδοξιών,
φοράμε ωραίες παρωπίδες
και διηγούμαστε απαξιωμένων ή ολέθριων
ερώτων ιστορίες, οι αόμματοι,
που προτιμάμε σπίτι μας κλεισμένοι
με μόνο όπλο ένα στυλό ή κινητό στο χέρι
να παρακολουθούμε αποχαυνωμένοι
πώς προοδεύει το ανθρώπινο ασκέρι
κάπου εκεί έξω, στην πραγματικότητα.
Τι παράνοια, Θεέ, τι ματαιότητα.
Αδιέξοδο
Φρενήρεις αυταπάτες
φαρμακωμένου νου
πικρής καρδιάς
μικρής ματιάς
σε κόσμο χιλιοδίπλωτο
προσήγαγαν τα σπλάχνα μου
πάλι σε αδιέξοδο.
Στο μάθημα οδήγησης
πάντα δυσκολευόμουν
στην οπισθογωνία.
Γελωτοποιός
Παράξενο τυρί,
μα το ερωτεύτηκα.
Έλιωνε μες στο στόμα μου
σαν σάπιο δόντι.
Παράξενο σφυρί,
μα το εμπιστεύτηκα.
Σφυροκοπούσε τις ανάσες μου
μεθοδικά, ακούραστα.
Παράξενοι καιροί
και τους αρνήθηκα.
Κι ας υπνοβάτησα πλάι στους θησαυρούς τους.
Ήτανε όνειρα κι αυτοί
του γελωτοποιού Θανάτου.
ΥΓ: Και είμαι μόνο στη σελίδα 21.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου