Περί Αναστάσεως και μη...
Μαρασμός γαρ εγγύς Απ' το μπαλκόνι μου κοιτάζω γι' άλλη μια φορά τη θέα. Σπίτια λευκά καταδυόμενα, μια υποψία θάλασσας στο βάθος, στο κέντρο πάντα η εκκλησία. Κάτι τριαντάφυλλα στιλπνά χαχάνισαν κοροϊδευτικά την πλάτη τους γυρνώντας στα γέρικά της κυπαρίσσια. - Γελάστε τώρα που μπορείτε. Χαρείτε με τα νιάτα σας. Αύριο θα σας φέρουνε μπροστά μας να σας πετάξουν σε μια τρύπα κάμποσα μέτρα κάτω από το χώμα. Σαν τ' άκουσα, βάλθηκα σκύβοντας να μαζέψω βιαστικά τα πέφταλά μου. Μα αυτά περιφρονώντας με καβάλησαν τον άνεμο και κάλπασαν μακριά μου. Έσκυψα κι άλλο κι έμεινα να ελπίζω στην ανάσταση. Ανάσα της βροχής Δεν ήταν θλίψη ούτε δάκρυα ετούτη η σιγανή βροχούλα. Ήταν μια δίψα που ξεδίψασε, λαχτάρα που λαχτάρησε, όνειρο που ονειρεύτηκε, παλιά αμαρτία που αμάρτησε ξανά. Άλλα τα πήρε κι άλλα τα 'φερε η βροχή. Μούσκεψε τα πλακόστρωτα, τα χόρτα και τα χώματα κι όλα μαζί αναστήθηκαν, ζωντάνεψαν τα πεθαμένα χρώματα. Τα μάτια που αδειάσα...