Περί Αναστάσεως και μη...
Μαρασμός γαρ εγγύς
Απ' το μπαλκόνι μου κοιτάζω
γι' άλλη μια φορά τη θέα.
Σπίτια λευκά καταδυόμενα,
μια υποψία θάλασσας στο βάθος,
στο κέντρο πάντα η εκκλησία.
Κάτι τριαντάφυλλα στιλπνά χαχάνισαν
κοροϊδευτικά την πλάτη τους γυρνώντας
στα γέρικά της κυπαρίσσια.
- Γελάστε τώρα που μπορείτε.
Χαρείτε με τα νιάτα σας.
Αύριο θα σας φέρουνε μπροστά μας
να σας πετάξουν σε μια τρύπα
κάμποσα μέτρα κάτω από το χώμα.
Σαν τ' άκουσα, βάλθηκα σκύβοντας
να μαζέψω βιαστικά τα πέφταλά μου.
Μα αυτά περιφρονώντας με
καβάλησαν τον άνεμο
και κάλπασαν μακριά μου.
Έσκυψα κι άλλο κι έμεινα
να ελπίζω στην ανάσταση.
Ανάσα της βροχής
Δεν ήταν θλίψη ούτε δάκρυα
ετούτη η σιγανή βροχούλα.
Ήταν μια δίψα που ξεδίψασε,
λαχτάρα που λαχτάρησε,
όνειρο που ονειρεύτηκε,
παλιά αμαρτία που αμάρτησε ξανά.
Άλλα τα πήρε κι άλλα τα 'φερε η βροχή.
Μούσκεψε τα πλακόστρωτα,
τα χόρτα και τα χώματα
κι όλα μαζί αναστήθηκαν,
ζωντάνεψαν τα πεθαμένα χρώματα.
Τα μάτια που αδειάσαν από σύννεφα
γέμισαν τώρα προσμονή.
Και μια ανάσα, που δε χώρεσε μες στα πνευμόνια μου,
πήγε και τρύπωσε μες στην καρδιά μου
κι έφτιαξε το κουκούλι της εκεί.
Τώρα ακροπατάει στο στέρνο μου,
με γαργαλάει και γυρεύει να πετάξει
με δυο ουράνια τόξα για φτερά.
Όχι, δεν είναι θλίψη η βροχή.
Μυρίζει νοτισμένο γέλιο,
άνοιξη, ανακούφιση. Ανάσταση.
Αγριόχορτα
Τα σπίτια πεθαίνουν κι αυτά
μαζί με τους ιδιοκτήτες τους
Βουλιάζουν οι ψυχές τους
σκίζονται σε μικρά κομμάτια
κρύβονται
στις χαραμάδες των παλιών τους τοίχων
απ' όπου βγαίνουν αγριόχορτα
ή μέσα στα πιο βαθιά ντουλάπια
εκείνα που δεν έφτανε το χέρι της
Κι αν έρθουν νέοι κάτοικοι
δεν ζωντανεύουν πάλι
Στοιχειώνουν βουβά μαρτυρώντας
περασμένες συνήθειες κι ανάσες
Καινούργιες μπογιές και στοκάρισμα
ντουλάπια και πλακάκια αλλαγμένα
τζάμια διπλά και κουφώματα
στην καλύτερη περίπτωση μοιάζουν
με λουλούδια κι αναμμένα καντήλια
στη χειρότερη με βεβήλωση τάφου
Περπατούν τις νύχτες σέρνοντας
θορυβωδώς τα πιο πρώτα τους χρόνια
Κρατούν παλιές φωτογραφίες με χαμόγελα
και σεμεδάκια στις αντίκες
Τις χαϊδεύουν
μην έχοντας πού να τις δείξουν κι ύστερα
σβήνουν, μαραίνονται τα πεθαμένα σπίτια
σαν τα καντήλια τους και τα λουλούδια
Μονάχα ίσως αναστήνονται
Δεν ανασταίνονται τα πεθαμένα σπίτια.
Το πρώτο ποίημα - από ανέκδοτη συλλογή - συνοδεύεται από την αντίστοιχη φωτογραφία στην αρχή (Λεύκες Πάρου, προσωπικό αρχείο, Κυριακή του Πάσχα 2024).
Το δεύτερο περιλαμβάνεται στην ενότητα Αρώματα του βιβλίου "Είναι στη φύση μας" (εκδ. Οσελότος).
Το τρίτο, ανέκδοτο επίσης.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου