Για την Κύπρο
Το 2010, από καθαρή τύχη, έκανα ένα ταξίδι ζωής - όπως λένε - στην Κύπρο συνοδεύοντας μαθητές από το δημοτικό σχολείο Αντιπάρου σε μια δεκαήμερη εκπαιδευτική εκδρομή, την οποία διοργάνωνε και χρηματοδοτούσε ως επί το πλείστον το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου για μικρά σχολεία των Κυκλάδων. Τέσσερις δάσκαλοι και δασκάλες λοιπόν με 10 μαθητές ο καθένας από Αντίπαρο, Μήλο, Σίφνο και Θήρα είχαμε την τιμή να ξεναγηθούμε σε πόλεις, χωριά, μουσεία, ιστορικά μνημεία και άλλα θέρετρα της Κύπρου, να δούμε και να ακούσουμε από κοντά λεπτομέρειες για την ιστορία και τον πολιτισμό του πολύπαθου ελληνικού νησιού. Η συγκίνηση φυσικά διαρκής και μεγάλη. Οι εμπειρίες αξέχαστες.
Φέτος, 52 χρόνια συμπληρώνονται από την παράνομη τουρκική εισβολή και κατοχή εδαφών της Κύπρου.
Δύο χρόνια πριν, στη μαύρη επέτειο των 50 ετών, έγραψα με αυτή την αφορμή τα παρακάτω ποιήματα.
Χ Χ Χ
Θα είναι νύχτα όταν θα 'ρθω.
Περίπου εκατό χρόνια μετά.
Όλα τα σπίτια έρημα,
άνθρωποι ή ζώα πουθενά,
ίσως μονάχα κάποιοι γρύλλοι.
Θα πλησιάσω σαν το φάντασμα κι εγώ,
σαν ένοχη πνοή μέσα στην άπνοια.
Τόσο απόκοσμα ήσυχα και σκοτεινά
που θα 'ναι όλα:
η αυλή, τα κεραμίδια, τα μπαλκόνια.
Στις πόρτες απ' τους στάβλους - κάποτε -
θα 'ναι ζωγραφισμένα τρία άσπρα Χ
και το φεγγάρι πάνω τους πνιχτή ανάσα.
Πίκρα και νοσταλγία θα βγουν στο στόμα μου.
Το σκουριασμένο μου ποδήλατο
θα εμφανιστεί σαν άγγελος μπροστά μου.
Θα εκτοξευτώ στους χωματόδρομους και πάλι,
μα θα 'ναι άγνωστοι, εκείνοι που οδηγούσαν στο ποτάμι.
Θα φτάσω τελικά πετώντας
και θα κρυφτώ μες στον αφρό
κάτω απ' τα βρυκολακιασμένα δέντρα
που μαρτύρησαν, μα εμένα δε μου μαρτυρούν
το φρικαλέο μυστικό του χρόνου.
Με νυχτοπεταλούδες ένα σμάρι
να τριγυρνούν στις ωμοπλάτες μου,
θα περιμένω την αυγή και θα προσεύχομαι
τουλάχιστον αυτή να μην εγκαταλείψει.
Αδερφή μου
Πώς είναι, Θεέ μου, τόσο όμορφος
και ας του λείπουνε τα πόδια,
έτσι όπως προσγειώνεται κάπου πίσω απ' το Τρόοδος,
να της χαϊδέψει την πονεμένη πλάτη της,
που σήκωσε βάσανα πολλά και πόνους.
Της μικρής μου αδερφής,
που όταν τη χτύπησε ο καρκίνος,
με το 'να αφτί αφουγκραζόμουν τις κραυγές,
με τ' άλλο κώφευα,
το ίδιο και τα μάτια και τα χέρια μου.
Και μάλλον τα ένιψα, όταν τελικά
της έκοψαν έναν μαστό και ένα χέρι.
Μαράθηκε. Πικράθηκε πολύ, και από μένα.
Όμως συνέχισε να φέγγει την δύναμή της, την ψυχή,
να τρέφει όπως μπορούσε τα παιδιά της.
Κι εμένα, Θε' μου, που στρίβω μόνο το κεφάλι
κάθε φορά όπως με βολεύει, αν θες,
επιφύλαξέ μου μία μοίρα ανάλογη.
Άλλον τρόπο δεν βλέπω να πληρώσω.
Το 2ο έλαβε έπαινο στον 3ο διεθνή λογοτεχνικό διαγωνισμό Δήμου Αμπελοκήπων-Μενεμένης 2024 και περιλαμβάνεται στην ανθολογία:
"Αγκάθια και ανθοί στης Κύπρου το κορμί: Δεν ξεχνώ 1974-2024" (Εκδόσεις Αποστακτήριο, 2025).



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου