Θαλασσινά
Τρία ποιήματα από τη συλλογή "Είναι στη φύση μας" (Οσελότος 2024) σχετικά με τη θάλασσα και το καλοκαίρι:
Αλμύρα
Μάνα με την απέραντη αγάπη σου,
και αν θυμώσεις, μάνα με μένος αδυσώπητο.
Αστράφτεις και διπλώνεσαι
κι ύστερα πάλι απλώνεις το ανεξάντλητο
κορμί σου σαν σεντόνι.
Γαλάζια μάνα, μες στην υγρή σου αγκαλιά
τα φύκια και τα κύματά σου αναπνέω
σαν μόλις τώρα να γεννήθηκα,
τα ψάρια σου και τους κοχλίες.
Όλο το μπλε σου μια μοσχοβολιά.
Παραίτηση
Στην παραλία που μάζευα κοχύλια τα απογεύματα
και μάτωνε τα μάτια μου η ομορφιά του ήλιου,
σιγά σιγά τυλίχτηκαν στα πόδια μου
κάτι φύκια υγρά και μαύρα.
Ο χρόνος μου στάθηκε σαν τη θάλασσα.
Και ο καιρός μου κύλησε σαν θάλασσα.
Με πρόδωσε με τ' αλμυρά φιλιά της.
Τα φύκια μεγαλώσαν πάνω μου, πρασίνισαν,
αναρριχήθηκαν σαν ζωντανές κορδέλες
κι ύστερα βρήκανε ύπουλα είσοδο
από το στόμα, απ' τη μύτη και τ' αφτιά μου.
Με γέμισαν ολόκληρη και με ταρίχευσαν
κι ενώ θα έπρεπε να επιπλέω,
το σώμα μου βυθίστηκε σαν άγκυρα.
Φύκια που συναντήθηκαν με φύκια άλλα.
Και κρύφτηκα σαν το αρχαίο άγαλμα
ανάμεσα στα φύκια να φυλάγομαι
και τα μισάνοιχτά μου μάτια
να ψάχνουνε στα σκοτεινά νερά,
να διακρίνουν τον αόρατο εχθρό μου.
Μέδουσα
Δε μπορώ άλλη θάλασσα,
δε θέλω άλλη θάλασσα ακόμα.
Με κούρασε ήδη.
Μη με τραβάτε, αφήστε με.
Θέλω στην κάμαρή μου να κλειστώ
σαν στρείδι
- μη με χτυπά άλλο ο ήλιος -
και να ξεκουραστώ κοιτώντας το ταβάνι.
Απ' το ταβάνι κρέμεται μια μέδουσα.
Είναι μακριά από μένα.
Μα εκείνη απλώνει τα πλοκάμια της
κι όποτε θέλει με τσιμπάει,
τσούξιμο αφόρητο, φριχτό.
Μούδιασα όλο το σώμα μου
και το μυαλό μου χάλασα.
Και κάπως έτσι ξόδεψα το πρωινό μου.
Ήτανε τόσο ηλιόλουστο και φωτεινό.
Τι κρίμα που δε διάλεξα τη θάλασσα.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου