Άνθρωποι. Άμμος στον άνεμο.

     

                                            Προσωπικό αρχείο: Μώλος, 12/2025



Θα συνεχίσω σήμερα με δύο ποιήματα εμπνευσμένα επίσης σε παραλίες του όμορφου νησιού μας, βέβαια το καταχείμωνο: Χρυσή Ακτή και Μώλος. 

        Το πρώτο έχει δημοσιευτεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό Storywits: 

 https://storywits.com/issues/ Οκτώβριος 2025, σ. 310

    Το δεύτερο έχει αποσπάσει το δεύτερο βραβείο στον λογοτεχνικό διαγωνισμό "Λυρική Παμβώτιδα 2025" της Εταιρείας Λογοτεχνών και Συγγραφέων Ηπείρου. Το θέμα ήταν: Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο χρόνος με το πόδι”. Πρόκειται για ένα διαχρονικό μήνυμα του Καρυωτάκη για όλους εκείνους τους διορισμένους πλουτοκράτες που θέλουν να κυβερνήσουν τον κόσμο. 

Το είχα γράψει λίγο καιρό πριν την προκήρυξη του διαγωνισμού, ωστόσο έτυχε να ταιριάζει απόλυτα. Στη συνέχεια δημοσιεύτηκε και στη σελίδα Fruitful Writing: 

https://fruitfulwriting.com/2025/10/13/%cf%80%cf%8c%ce%b4%ce%b9%ce%b1/ 


Μια χούφτα


Όλα για πέταμα.

Σαν τα ξεβράσματα της θάλασσας

το καταχείμωνο

στη φυκιασμένη ακρογιαλιά,

τα αποθεμένα αδιάφορα

στο αδιάκοπο μουρμουρητό,

το άσκοπο πήγαινε- έλα,

τη σκοτεινή συγκάλυψη

ή καταβύθιση στα μύχια

της ψυχής των αιώνιων

μικρών ανόργανων συστατικών.

Κι ο αέρας να φυσάει κόντρα,

όμως αυτό το σύννεφο

που με κρατάει αιχμάλωτη

να έχει πάντα το προβάδισμα.

Όλα για πέταμα

τα ραγισμένα μου κοχύλια,

τα σγουρά μπλεγμένα φύκια μου,

τα σκορπισμένα βότσαλα

μέσα στα χνάρια που άφησα

στα μονοπάτια μου στην άμμο,

μα απαλά τα κράτησε στη χούφτα της.

Κι ήσουν εσύ αυτή

κι εγώ κρύφτηκα μες στις χαραμάδες σου

και γεύτηκα κρυφά το αλάτι.

Κι ήσουν εσύ εκεί.

Να με τραβάς σιγά κι επίμονα.

Στα όρια ήλιου και σκιάς,

στο πήγαινε -έλα.


Πόδια


Δεν ξέρω ποιοι περπάτησαν
εδώ πριν από μας,
πόδια μικρά κι αλαφροπάτητα
κι άλλα με μπόλικη βαρύτητα,
χνάρια εκατομμύρια που σκόρπισε
το κύμα και ο άνεμος του χρόνου.
Δεν ξέρω ποιοι περπάτησαν
εδώ που περπατώ,
μα νιώθω τις ανάσες τους
πάνω στο αλμυρό μου δέρμα,
σκέψεις και συναισθήματα
ανάκατα με τη ζεστή τους σάρκα,
που έγινε άυλη θερμότητα
και κάθε τόσο νιώθω σαν στοιχειό
μέσα μου να παλεύει.
Δεν ξέρω ποιοι περπάτησαν
και ποιοι θα περπατήσουν
αιώνες ύστερα
στα ίδια σβησμένα ίχνη μου.
Ξέρω πως δεν θα ξέρουν ούτε αυτοί
πόσοι και ποιοι περπάτησαν
εδώ πριν από κείνους,
πόδια μικρά κι αλαφροπάτητα,
όση βαρύτητα κι αν είχαν,
σίγουρα ελαφρύτερα πολύ
από το κύμα και τον άνεμο του χρόνου.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κάτι σαν εισαγωγή...

Η σκοτεινή πλευρά της θάλασσας

Πίσω από μάσκες και παραπετάσματα