Ο αποχαιρετισμός

 

   

    Φωτογραφία από το διαδίκτυο (Ghetto Magazine)


  Ο αποχαιρετισμός υπήρξε πάντα μια από τις δυσκολότερες καταστάσεις να διαχειριστώ στη ζωή μου, είτε ήταν μόνιμος είτε προσωρινός. Το να κλείνεις κύκλους - μικρούς ή μεγάλους - είναι σημαντικό κι απαραίτητο, ταυτόχρονα όμως φέρνει στην επιφάνεια πολλά δύσκολα συναισθήματα, μπροστά στα οποία πολλές φορές μένουμε άναυδοι, ειδικά στη σημερινή εποχή που η ζωή κινείται με τόσο γρήγορους ρυθμούς.

        Δημοσιεύω, λοιπόν, εδώ τρία ποιήματα με θέμα τον αποχωρισμό και τον αποχαιρετισμό, που συχνά γίνεται βουβά, αθόρυβα ή ακόμα και με προσωπεία αντιφατικών συναισθημάτων, δύσκολα να αποκαλυφθούν και να ερμηνευτούν. Κάτι σαν το αινιγματικό χαμόγελο της Τζοκόντα, το ντυμένο με θλίψη.

       Το πρώτο - με ανάλογο τίτλο - είναι εμπνευσμένο από το θεατρικό έργο "Ποιος ανακάλυψε την Αμερική" της Χρύσας Σπηλιώτη, στο οποίο η μία από τις δύο πρωταγωνίστριες ονομάζεται Λίζα. Τα λόγια με πλάγια γραφή προέρχονται από το σενάριο.

       Το δεύτερο έχει την εξής ιδιομορφία: οι στίχοι του δομούνται σχηματίζοντας μια κλεψύδρα, λέξη που αναφέρεται και στο ποίημα. Πρόκειται για μια εικόνα με την οποία περιγράφω την αναχώρησή μου κάθε φορά από το χωριό μου στον Έβρο.

      Τέλος, το τρίτο έλαβε έπαινο στον διαγωνισμό ποίησης του 2024 του περιοδικού "Μανδραγόρας" με θέμα τον Γιάννη Σκαρίμπα. Γράφτηκε με αυτόν τον σκοπό και σε κάποιο βαθμό μιμείται τη γραφή του Σκαρίμπα (τετράστιχα με ομοιοκαταληξία και συχνή χρήση παύλας) και φυσικά τη θεματολογία (Χαλκίδα). Από τη Χαλκίδα έχω όμορφες αναμνήσεις και εικόνες, καθώς έχω εργαστεί τρία χρόνια στην Εύβοια, που αγάπησα πολύ. 


Mona Lisa


Ίσως μια μέρα να έρθω

έτσι απλά να χτυπήσω την πόρτα σου.

Εσύ; θα ρωτήσεις. Τι κάνεις;

– Ήρθα για να σε δω, θα σου πω

και θα μπω φυσικά στον αέρα σου.

Θα μιλήσουμε για τις ζωές μας,

σαν ποτέ να μην πέρασαν

τόσα χρόνια απ’ το στόμα μας,

όμως θα είναι εκεί στριμωγμένα

κάπου πίσω απ’ τα μάτια μας

κι όταν θα πούμε αντίο και πάλι,

εκείνα θ’ αρχίσουν να τρέχουν ξανά

σαν κόμποι λαδιού και να πέφτουν

απαλά και αθόρυβα μέσ’ απ’ τα ρούχα μας.


 

                                 Βέλος


          Ακίνητες κορφές σιτηρών κάτω

         από παγωμένες κορφές δέντρων

            γεμάτες με πέτρες κλεψύδρες

              άχρηστες σφίγγω στα χέρια

               ξαπλωμένη στον ορίζοντα

                  δείχνω την πλάτη μου

                   Δάκρυα που φτάνουν

                  μέχρι την πρώτη αρχή

                       των κύκλων μου

                               Έφυγα

                          μ’ ένα βέλος

                          καρφωμένο

                   στον σάρκινο αέρα

             λίγο μετά την καρδιά μου

          Κι εκείνες οι ακίνητες κορφές

            να τρυπήσουν τα μάτια μου

              ρόδες που όλο κινούνται

           δε σταματούν δε σταματούν

               δε σταματούν πουθενά



Αποχαιρετισμός


Να 'μαι πλάι στη γέφυρα την ώρα

που αλλάζουν τα νερά κατεύθυνση

κι εκεί που ξαναπαίρνουν φόρα,

όπως ο εγωισμός μου σε μεγέθυνση,


να ρίξω λέει όλα μου τα όνειρα

κι ενώ πηγαίναν όλα “δεξιά”,

παρασυρμένα – λες από τ’ απόνερα -

να καταλήξουνε και πάλι αριστερά.


Και να καθίσω ύστερα σ’ ένα παγκάκι

– μάλλον να σωριαστώ εξουθενωμένη - 

δίπλα να τρώει το παγωτό του ένα παιδάκι

– εξουθενωμένη μα και ανακουφισμένη.


Ν’ ακούω στην καρδιά να πλημμυρίζει

μέσα ο βόρειος Ευβοϊκός

και στο μυαλό μου ενοχλημένος να βουίζει

ο παραγκωνισμένος νεαρός μου εαυτός.


Και όπως του Καράμπαμπα μια εκκλησία

θα βάφεται κόκκινη και πορτοκαλί

με του ήλιου και τη σημερινή θυσία,

να δύσουν και τα μάτια μου μαζί.


Έχουν δημοσιευθεί και στη σελίδα:

Τρία ποιήματα • Fractal https://share.google/ZmBplypNs33ZFdL2B

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κάτι σαν εισαγωγή...

Η σκοτεινή πλευρά της θάλασσας

Πίσω από μάσκες και παραπετάσματα