Μητέρα θα πει...
Παιδάκι μου
Σκέφτομαι, μοιάζεις
με πουλάκι πιο πολύ
ή με λουλούδι;
Εύθραυστα είναι
μικρά, μα γρήγορα - δες -
θα μεγαλώσουν.
Δυο βοτσαλάκια
τα μάτια σου, ζητάνε
τον κόσμο όλο.
Στα αφτιά μου η
δική σου φωνή το πιο
γλυκό τραγούδι.
Ψυχή λευκή, που
δε γνωρίζει κακία
ούτε και δόλο.
Τα χρόνια φεύγουν
γρήγορα. Πέτα ψηλά
στον ουρανό σου.
Από το e-book "Λίμερικ με χαϊκού μιχθήτω... Κι ο άνεμος να με πάρει"
Πάντα μωρά μου
Πότε ήσασταν μικρούτσικα μωράκια,
βρέφη ανήμπορα κι εξαρτημένα,
με τις λεπτές φωνούλες σας, τις άγουρες,
και με τα κλαψουρίσματά σας να δηλώνετε
ακατανόητα τις λιγοστές ανάγκες σας;
Περάσανε οι μήνες και τα χρόνια ήδη,
όπως περνούν οι ώρες και οι μέρες.
Όσο και να το θέλω, δε μπορώ
να σας κρατήσω αθώα και μικρά λίγο ακόμα.
Σε λίγο η αγκαλιά μου δε θα σας "χωρά".
Είναι καιρός που δυσκολεύομαι να σας σηκώσω.
Όμως, υπόσχομαι, θα κάνω ό,τι μπορώ,
για να σηκώνω τα όποια βάρη σας.
Για να σηκώνουμε μαζί τα όνειρά σας
ψηλά στον ουρανό σαν χαρταετούς.
Για να σηκώνω τις αξίες και τα ήθη σας
σαν κτίσματα περήφανα και στιβαρά.
Την περηφάνεια και την αγάπη μου για σας
- ό,τι κι αν επιλέξετε να είστε -
θα τη σηκώνω σαν σημαία ελευθερίας.
Ο ευαγγελισμός μου
Γαλάζιο αγγελούδι ήρθε και κάθισε
με τα ξανθά μαλλάκια του
στη λερωμένη μου ποδιά.
Με κοίταξε με τα βαθιά του μάτια
- τα ολοκάστανα -
μου γέλασε με νόημα
και γέμισε το σπιτικό μου κρίνα.
Κι όταν ευχαριστήθηκε το γάλα και τα χάδια μου,
γδύθηκε τα φτερά του και τα έδωσε
σ' εμένα να του τα φυλάω.
Έβγαλε πόδια κι άρχισε να περπατάει,
όλο τον κόσμο να γευτεί
και να τον κατακτήσει,
δρόμους γαλάζιους κι ουρανούς
και βαθυγάλανες πορείες
πλάι σε γκρεμούς και φορτισμένα σύννεφα
και μέσα από τρικυμίες.
Κι εγώ εδώ στο παραθύρι το γαλάζιο μου
στέκω κρατώντας δυο φτερά
κι όλο αγναντεύω περιμένοντας
τον άγγελό μου πότε να γυρίσει.
Από την ποιητική συλλογή "Είναι στη φύση μας", εκδόσεις Οσελότος
Μόνο μία
Μέσα σε μια κανονική ζωή
η πιο χιλιοειπωμένη λέξη,
η πιο φτηνή κι όμως η πιο ακριβή.
Όταν τη λες, μπορεί το στόμα σου να έχει χίλιες γεύσεις,
όμως στο τέλος πάντα μένει μια υποψία ζάχαρης.
Η πιο υποτιμημένη παρουσία σε χρόνο σύγχρονο
και, εκ των υστέρων, η πιο εκτιμημένη απουσία.
Και πάλι η πιο ψιθυρισμένη με αναστεναγμό βαθύ
και μ' ένα χέρι μόνο του να ψηλαφίζει την καρδιά.
Να την κρατάει σαν μικρό περιστεράκι
και να της λέει παρηγορητικά
"Μη μου στεναχωριέσαι, ό,τι κι αν είναι θα περάσει",
όπως θα έκανες κι εσύ, μαμά.
Όμως, κανείς δεν πρόκειται να κάτσει
στην άδεια θέση σου. Είναι πολύ μικρή, για να χωρέσει
οποιονδήποτε άλλο. Κι είναι πολύ μεγάλη, για να μπορέσει
κάποιος να την καλύψει όλη.




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου