Μια αμυγδαλιά και δίπλα της η ελπίδα

      

Εικόνα από το διαδίκτυο 

       Ανθίζει πρώτη μέσα στον χειμώνα σχεδόν, με τα κλαδιά της γυμνά από φύλλα. Γι' αυτό και είναι πηγή έμπνευσης ως σύμβολο ελπίδας, ζωής και αναγέννησης μέσα στις δυσκολίες. 

        Για μια ανάσα μέσα στη δίνη των γεγονότων που μας κατακλύζουν, δημοσιεύω απόψε τρία ποιήματά μου με θέμα την αμυγδαλιά. Με την ευχή να ανθίσει και η δική μας ελπίδα μέσα στο "παγωμένο" σκηνικό.

        Το πρώτο ποίημα υπάρχει στο βιβλίο μου "Ένα μικρό πέρασμα" (Οσελότος). Αμυγδαλιές λέγεται το χωριό των Γρεβενών απ' όπου καταγόταν η γιαγιά μου Ελευθερία. Στο ποίημα διαφαίνεται η υποταγή του ανθρώπου στον χρόνο που περνάει. Η αμυγδαλιά εδώ συμβολίζει και το γηραιότερο αγαπημένο πρόσωπο, του οποίου τη μοίρα ακολουθεί και ο νεότερος.

        Το δεύτερο αναφέρεται στον αρχαίο μύθο της Φυλλίδας από τη Θράκη (πατρίδα της μαμάς μου), σύμφωνα με τον οποίο οι θεοί μεταμόρφωσαν την κοπέλα σε αμυγδαλιά, επειδή περίμενε καρτερικά τον αρραβωνιαστικό της  και όταν αυτός επέστρεψε επιτέλους, εκείνη άνθισε. Τον ρόλο του "αφηγητή" αναλαμβάνουν τα δάκρυα της Φυλλίδας. Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στην Ἀνθολογία του 13ου Παγκόσμιου Ποιητικού Διαγωνισμού της Αμφικτυονίας Ελληνισμού (2025), με έδρα τη Θεσσαλονίκη, η οποία περιέχει τα βραβευθέντα και διακριθέντα ποιήματα του ομώνυμου λογοτεχνικού διαγωνισμού.



        Το τρίτο αντλεί έμπνευση από το γνωστό ποίημα του Ν. Βρεττάκου με μια αντιστροφή των ρόλων. 


Αμυγδαλιές


Γλίστρησα απ' το κλαδί μιας γέρικης 

αμυγδαλιάς που ακόμα ανθούσε.

Τώρα σφιχταγκαλιάζω τον κορμό της .

Σε λίγο θα τον γδέρνω με τα νύχια μου 

πάνω στη ρίζα της γονατισμένη.

Τα άνθη της πάνω μου θα πέφτουν,

Θα με σκεπάσουνε σωρός.


Ροές 


Γυναίκα πάντα ερωτευμένη.

Από την απουσία του συντρόφου απελπισμένη 

έστησες τον κορμό σου ήδη εννιά φορές,

τη θάλασσα να υφαίνεις με πόνου σαϊτιές.

Μαραίνεσαι, μας χύνεις και αφραταίνεις 

το χώμα στο οποίο θα βλασταίνεις

αύριο, και με τις ρίζες θα αναζητάς

μια ελπίδα, λίγο ακόμη να κρατήσεις.

Άνθρωποι, πόσο παράξενα όντα.

Σαν επιτέλους δεις τον Δημοφώντα 

κι απ' τη χαρά ολόκληρη θα σπαρταράς,

και νύφη από την αγαλλίαση ανθίσεις,

παρόλο που περίμενες πολύ,

θα καταλάβεις - αν και αργά - πως βιάστηκες,

απ' το μαράζι σου που πήγες και κρεμάστηκες.


Μια μυγδαλιά 


"...και δίπλα της εσύ. Μα πότε ανθίσατε;"

Νικηφόρος Βρεττάκος 


Στέκομαι και θυμάμαι να κοιτώ 

μέσα σε μια φωτογραφία 

με δαντελένιες άκρες 

σαν το λευκό της φόρεμα 

μια μυγδαλιά.  

Μέσα στο καταχείμωνο 

λειψός ο κόσμος με σφιγμένα δόντια.

Μα εκείνη πάντα ξεχωρίζει

με το ανθισμένο της χαμόγελο 

από λευκά αμυγδαλάκια

έναν παλιό καλό Γενάρη 

μόλις χαρά στεφανωμένη 

και τον καρπό της στην κοιλιά 

άγουρη ακόμα 

η μαμά μου.







Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κάτι σαν εισαγωγή...

Θέατρο και ποίηση

Η σκοτεινή πλευρά της θάλασσας