Το ρητό και το άρρητο

 



"Μίλα.

Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους,

ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς:

ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,

σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.

Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχτα

στὴν τύχη."

Απόσπασμα από το ποίημα της Κικής Δημουλά 

"Η περιφραστική πέτρα"


Το ρητό και το άρρητο λοιπόν. Αυτό που θες να φωνάξεις με όλο σου το είναι κι αυτό που προσπαθείς να ψιθυρίσεις, αλλά δεν βγαίνει με τίποτα. Αυτά που πρέπει να ειπωθούν για να πάει ο κόσμος λίγο παρακάτω κι αυτά που μένουν ανείπωτα, για να πάει λίγο παρακάτω μια ψυχή.

Δύο ποιήματα με αντίστοιχο θέμα. Το πρώτο συμμετείχε στον 13ο διαγωνισμό ποίησης και πεζόμορφου στοχασμού του Συνδέσμου πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου και στην ομώνυμη ανθολογία με θέμα "Η γλώσσα μου, η δύναμή μου". Προσπαθεί να αναδείξει τη χρησιμότητα της γλώσσας μέσω της δύναμης που διαθέτει αυτή σαν "όπλο", χρησιμοποιώντας παρηχήσεις που τονίζουν αυτό που περιγράφεται κάθε φορά.

Το δεύτερο περιλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο "ά-ρ-ΡΗΤΑ" των εκδόσεων Ιωλκός.


Με μικροσκοπικά κλειδιά 


Κάνουν τα πράγματα να φαίνονται ξένα ξανά οι λέξεις,

ξίφη, λοξά που μπαίνουν και ξαφνιάζουν τις καρδιές,

πέτρες, που κάνουν πόλεμο - πατέρα πάντων - πάλι

ρίχνω σ' εσάς, που αρπάξατε τον ρόλο του Θεού.


Και δε χρειάζονται σπαθιά που σκίζουνε τις σάρκες 

ούτε όπλα και κανόνια με οδυνηρές οβίδες,

ολέθρια να στρώσουν τρόμο και  καταστροφή.

Μόνο τα μικροσκοπικά κλειδιά επάνω στα χαρτιά μας,

που ξέρουν να ανοίγουν - όμοια - μάτια και μυαλά.


Ελπίζω μόνο να βρεθούν πάνω σας επιτέλους 

οι κλειδαριές που κρύβετε χρόνια επιμελώς,

φανατικά φερέφωνα θανάτου, εσείς, και πόνου,

αιώνων θ' αφανίσετε σοφία κι ομορφιά.


Το μόνο σου ενθύμιο


Στη θέα σου.

Κι όμως στεκόμουν άγαλμα εγώ,

με μάτια ορθάνοιχτα, ολόλευκα, 

με λέξεις κρεμασμένες απ' τη γλώσσα μου σαν μανταλάκια 

και μια πλερέζα μακριά ως τις μύτες των ποδιών.

Το μόνο που κατάφερα, ν' απλώσω μια παλάμη.

Κι εσύ άφησες μέσα έναν σκορπιό.

Μα πιο πολύ με πόνεσαν τα μανταλάκια.

Εκεί στη μέση απ' την πέτρινη σκάλα της ειρωνείας,

δεν τόλμησα ν' ανέβω ούτε και να κατέβω.

Μόνο έγινα κι εγώ κομμάτι της.

Από τότε κουβαλώ στην τσέπη μου 

μια πέτρα, ενθύμιο θλιβερό.

Και περπατώντας πλάι στη θάλασσα 

να την πετάξω μέσα λαχταρώ, μα δε μπορώ.

Ποτέ δε μπόρεσα - δε θέλησα -

για σένα ούτε ένα ποίημα να γράψω.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κάτι σαν εισαγωγή...

Η σκοτεινή πλευρά της θάλασσας

Πίσω από μάσκες και παραπετάσματα