Τρία ποιήματα για τον Έβρο
Ο ήλιος του χειμώνα ανεμπόδιστος
φωτίζει όλο τον κάμπο πέρα ως πέρα.
Κι ο χρόνος πάνω του λιμνάζει.
Κάθεται λες με την ομίχλη.
Θα νόμιζες πως τίποτα δεν άλλαξε
πενήντα χρόνια τώρα κι επιπλέον.
Άλλωστε βρίσκει όλες τις χαραμάδες
και πάει και χώνεται σε σκονισμένα ποτηράκια
ανάγλυφα μέσα σε γέρικους μπουφέδες.
Παλιά κλειδιά πάνω σε πόρτες
αναμετριούνται σε σκουριά και χρησιμότητα
με τα συρματοπλέγματα που κρέμασαν.
Κίτρινα φύλλα από δέντρα με λωτούς
– που τρων τσιρίζοντας μαύρα πουλιά –
πέφτουν αργά σκεπάζοντας τα ίχνη
γερόντων στις χορτιαριασμένες τους αυλές.
Δέντρα και σπίτια ξεχασμένα.
Αφρόντιστα και ετοιμόρροπα.
Τα σάπια κεραμίδια δεν φυλάνε πια
παρά ελάχιστα κεφάλια ξασπρισμένα.
Και τα παντζούρια όλα κλειστά σαν τα τυφλά
θλιμμένα μάτια μείναν να κοιτούν
κανέναν σκύλο πεινασμένο που περνάει
μια στο τόσο. Μη χτυπάτε.*
Άδικος κόπος. Μη βροντάτε.*
Δε θα ξυπνήσει* πια παρά μονάχα η ανάμνηση.
Γιατί ο καλός μου* ο Διγενής Ακρίτας
κι εκείνος έφυγε στα ξένα.
Και δεν γυρνάνε ούτε τα φαντάσματα.
Προσωπικό αρχείο: το ερημωμένο εδώ και χρόνια σχολείο της Ελιάς
*Με αυτές τις λέξεις γίνεται αναφορά σε στίχους από γνωστό παραδοσιακό θρακιώτικο τραγούδι: "Μη χτυπάτε, μη βροντάτε, θα ξυπνησ'τι τον καλό μου".
https://youtu.be/MsyI-tl3ky0?si=L3vSIGoAhRC5RiOa
Κάραγατς – Ν. Ορεστιάδα
Κατάκοπα άλογα-σύννεφα φρουμάζουν
απ’ το μακρύ κι αγύριστο ταξίδι.
Αλλοτινές φιγούρες από σκόνη
πάνω στα κάρα που ήρθαν απ’ τον πρώτο τόπο
και φέρανε μαζί τους
ό,τι προλάβανε κι ό,τι χωρούσε.
Γράμματα ζωντανεύουν μνήμες αγαπητικών.
Πλαστά δωμάτια με κάδρα, με φλυτζάνια, με κεντήματα
γεννούν ανάσες κι αναστεναγμούς
μέσα σε θαμπούς καθρέφτες.
Ψυχές που αναδύονται από εξαίσια ρούχα
φορούν τα τσόχινα παπούτσια τους και περπατούν τριγύρω.
Σε ακορντεόν και γκάιντες δάχτυλα,
με το τραγούδι της γλυκιάς φωνής του ξεναγού,
έκλεψαν τη φωνή μου σαν στοιχειά.
Χέρια φυτρώνουν και χαϊδεύουν πάλι
νοσταλγικά παλιά βιβλία και κατάστιχα,
ιατρικά εργαλεία, ραπτομηχανές,
κοσμήματα, γραμμόφωνα, βελούδινες κουρτίνες,
βελούδινα τραβούν να ξεριζώσουν την καρδιά μου,
όπως ξερίζωσαν και τις δικές τους κάποτε
αθέλητα μαζί με τις ζωές.
Προσωπικό αρχείο: Φωτογραφίες από το λαογραφικό Μουσείο Ορεστιάδας
Μύρισε Έβρος
Το μέταλλο απ’ τις ράγες που κυλάει
το τρένο πάνω απ’ την Αλεξανδρούπολη,
φωλιές των πελαργών και “μπάλες”
πλάι σε χωράφια με μπασάκια και ηλιόσπορα
από τα μπεκ ολημερίς βρεγμένα,
η υγρασία απ’ το ποτάμι στον κουνουπιασμένο αέρα
με λάσπη και κοάσματα,
των αγελάδων και προβάτων κοπριές,
λεύκες και καστανιές και ακακίες,
αχλαδιές, αμυγδαλιές και καρυδιές,
κοτέτσια και αυλές με πούπουλα και κουτσουλιές,
κομμένα ξύλα για τη σόμπα
και σκόρπιοι τσίγκινοι κουβάδες,
παλιά αντικείμενα σάπια και σκουριασμένα
μέσα σε στάβλους και αχούρες σκεπασμένα
με τσουβάλια, κουρελούδες και πεγκοπανιές,
λάστιχα από κουμπίνες και τρακτέρ,
και λάστιχο στις ντοματιές,
καρπούζια ολόδροσα και ζουμερές γκατζούλες,
δέρματα τσιτωμένα σ’ επί τω έργω γκάιντες και νταούλια
κι απ’ το χορό κορμιά ξανανιωμένα,
σπουργίτια, χελιδόνια, γκουγκουχτούρες,
κουκουμαγιοί και γκιώνηδες,
κομπόστες, μαρμελάδες και δραμπλάδες,
λαγγίτες και μικίκια και μηλίνες,
μέσα στα σπίτια εναγκαιρίσιες αναμνήσεις,
πετσέτες, σεμεδάκια και ποδιές,
νεκρών πουκάμισα κρυμμένα σε ντουλάπες,
μαντίλια και μαντίλες και ζωές στη ναφθαλίνη,
δέρμα κι ανάσες γέρικες,
μάτια κατεστραμμένα προς τη δύση,
μυρίζει Έβρος! Αγαπημένη εβρίλα μου.
Μετάφραση: 😅
Μπασάκια: καλαμπόκια
Μπεκ: ποτιστικό μηχάνημα
Πεγκοπανιές: ιστοί αράχνης
Κουμπίνα: θεριζοαλωνιστική μηχανή
Γκατζούλες: μούρα
Γκουγκουχτούρες: δεκαοχτούρες (γκρι περιστέρια)
Κουκουμέος – κουκουμαγιοί: κουκουβάγια
Δραμπλάδα: χυμός από κορόμηλα (δράμπλα)
Λαγγίτες: τηγανίτες
Μικίκια: λουκουμάδες
Μηλίνα: τυρόπιτα
Εναγκαιρίσιος: ενός καιρού, αλλοτινός
Φωτογραφία της μαμάς μου, Βαγγελιώς: χωράφια με ηλιοτρόπια στην Ελιά Έβρου.jpg)






.jpg)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου